«Αναζητώντας την Ανθρώπινη Φύση: Κριτική για τον Μητροφάγο της Ιούς Βουλγαράκη»
Written by Oμάδα Σύνταξης Κ on 19/06/2025
Το Έργο και η Δραματουργία
Η παράσταση “Μητροφάγος”, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ρόκε Λαρράκι με τίτλο «Comemadre», έρχεται να αναδείξει τις σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης, μέσα από μια καθηλωτική ιστορία που εκτυλίσσεται στην Αργεντινή του 20ου αιώνα. Το έργο εστιάζει σε ένα σανατόριο, όπου μια ομάδα επιστημόνων αναλαμβάνει να πειραματιστεί με τα όρια της ζωής και του θανάτου, προσπαθώντας να κατανοήσει αν και κατά πόσο η ανθρώπινη ύπαρξη συνεχίζεται μετά τον αποκεφαλισμό. Οι πειραματικές τους διαδικασίες περιλαμβάνουν δοκιμές σε ασθενείς και νοσηλευτές, με στόχο να εξετάσουν την ανθρώπινη συνείδηση και τις ηθικές προεκτάσεις των πράξεών τους. Παράλληλα, η ανθρώπινη φύση των επιστημόνων αναδεικνύεται, αναδεικνύοντας τις αδυναμίες και τα πάθη τους, τη σύνθεση των έλξεων και των επιθυμιών τους.
Αν και το έργο αντλεί τη θεματολογία του από το ομότιτλο μυθιστόρημα, οι δραματουργικές επιλογές της παραγωγής αποδυνάμωσαν τη συνολική του αποτελεσματικότητα. Το μυθιστόρημα είναι δομημένο σε δύο μέρη: το πρώτο διαδραματίζεται το 1907, ενώ το δεύτερο, έναν αιώνα αργότερα. Αυτή η διαφοροποίηση στον χρόνο προσφέρει μια μοναδική προοπτική για την επίδραση της ιστορίας στο παρόν και ανοίγει τον διάλογο σχετικά με το μέλλον. Η παρουσία του εγγονού του γιατρού Κιντάρα στο δεύτερο μέρος ενισχύει τη σημασία της ηθικής και της ανθρώπινης πράξης στην κοινωνία.
Η απουσία του δεύτερου μέρους από την παράσταση έχει ως αποτέλεσμα να περιοριστεί η καλλιτεχνική της εμβέλεια και να παραμείνει η σύνδεση με τις σύγχρονες προκλήσεις αδικαίωτη. Σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται ραγδαία, η αναγωγή στα πεδία της ηθικής και της επιστήμης θα μπορούσε να δημιουργήσει πλούσιους δημόσιους διαλόγους. Ωστόσο, το παραστασιακό κείμενο φαίνεται να εγκλωβίζεται σε μια παρωχημένη θεματολογία, προσπαθώντας να ενσωματώσει την ειρωνεία του συγγραφέα, αλλά συχνά καταλήγοντας σε αναχρονιστικό διδακτισμό.
Η Παράσταση και οι Σκηνοθετικές Επιλογές
Η δραματουργία, η οποία εστιάζει στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, ενώ περιλαμβάνει ενδιαφέρουσες αλληγορίες, φαίνεται να μην ευνοεί την παράσταση, αφενός λόγω του λείψαντος ρυθμού (Δραματουργία: Ιώ Βουλγαράκη – Σοφία Ευτυχιάδου). Η σκηνοθεσία, υπό την καθοδήγηση της Ιώ Βουλγαράκη, αντιμετώπισε προκλήσεις στην απόδοση της σκηνικής δράσης, με κάποια στιγμιότυπα να δείχνουν σχεδόν αποσπασματικά. Η προσπάθειά της να αναδείξει την αλαζονεία της επιστημονικής κοινότητας και τις αυθαιρεσίες τους απέτυχε να αποδώσει τα μηνύματα του κειμένου επαρκώς. Το έργο υιοθετεί σοβαρό τόνο στο να θίξει φιλοσοφικά ζητήματα που σχετίζονται με τη ζωή και το θάνατο, ωστόσο τα πολιτικά σχόλια παρέμειναν ασαφή, καθώς φάνηκε να μην ανταγωνίζονται τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Στα θετικά της παράστασης, ξεχωρίζουν οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, οι οποίοι ενσαρκώνουν την ατμόσφαιρα του σανατορίου, καθώς και η κίνηση που συντόνισε η Κατερίνα Φώτη. Η σωστή κινησιολογία των ηθοποιών, οι οποίοι παρουσίασαν τις ψυχολογικές τους μεταμορφώσεις, ενίσχυσαν την εμπειρία του κοινού. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η σκηνή με τη νοσοκόμα Μενέντεζ, της οποίας η κίνηση ανάμεσα στους άνδρες που την επιθυμούν, λειτούργησε ως αναπαράσταση των εσωτερικών συγκρούσεων και επιθυμιών των χαρακτήρων. Επίσης, τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα αγκάλιασαν την αποτύπωση της εποχής, διατηρώντας την αίσθηση του χρόνου.
Οι ηθοποιοί συμμετείχαν δυναμικά, ερμηνεύοντας τις σκηνοθετικές οδηγίες και δημιουργώντας μια ενορχηστρωμένη δράση. Υπήρξαν, όμως, στιγμές όπου η ερμηνεία του Νικόλα Χανακούλα ξεχώρισε, δείχνοντας την ικανότητά του να συνδυάζει το ταλέντο του με την υποκριτική ομαδική αλληλεπίδραση.
Συνοψίζοντας
Το έργο του Ρόκε Λαρράκι ενσωματώνει στοιχεία ειρωνείας και φιλοσοφικών αναζητήσεων, παρέχοντας μια στοχαστική ματιά στη σύγχρονη εποχή μέσα από τις σελίδες του παρελθόντος. Παρά την αναμφισβήτητη αξία του μυθιστορήματος, η παράσταση της Ιώς Βουλγαράκη δεν καταφέρνει να τηρήσει τις γέφυρες που υπήρχαν στο πρωτότυπο κείμενο, περιορίζοντας την εκφραστικότητα και την επαφή με το κοινό. Ο υπερβολικός σοβαρός τόνος και η απομάκρυνση από την ειρωνεία και τη σάτιρα του έργου, οδηγούν σε μια αποδυναμωμένη παράσταση, η οποία, παρά τα πλεονεκτήματά της, δεν καταφέρνει να συγκινήσει και να εμπνεύσει το κοινό της.
Φωτογραφία: Κiki Παπαδοπούλου
Διαβάστε επίσης:
Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2025: Μητροφάγος, από την Ιώ Βουλγαράκη στην Πειραιώς 260